Στάδιον Δόξης

Ως ανύποπτος κάθομαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
Οι ήρωές μου κι οι στίχοι μου — φιόρα μου όλα πλατύφυλλα —
Κάθε μια της ζωής μου ήταν — κει — στραβομάρα,
Κάθε γκάφα μου ή τύφλα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη
(Με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
Όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
Κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
Όπου συ μες στα φάλτσα σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Να τα έργα σου, οι πόθοι σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
Να και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
Μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στο 'να πόδι να στέκει.
Ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
Όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
Εαυτούληδων (τούτοι μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
Μεταξύ τους — για ρόλους των — κάθε μια μου αηδία,
Κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
Να μ' αυτούς τους παλιάτσους μου θα κινήσω στις πόλεις
Με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα μου γελαστή θα προβαίνει
(Αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα μου! — σ' ουρανούς θα με σύρει)
Η Χαλκίδα εκεί πισω μου θα φαντάζει χτισμένη
Σαν από τεμπεσίρι...

No comments:

Post a Comment