Showing posts with label Διονύσης Καψάλης. Show all posts
Showing posts with label Διονύσης Καψάλης. Show all posts

Ο Ουρανός Δεν Έχει Άλλες Ιστορίες

Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,
Άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,
Άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει
Πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες.

Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
Πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,  
Με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,
Όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.

Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
Στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,
Σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα·

Ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
Ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
Πριν κοιμηθεί σ’ ένα παράπονο από φώτα.

Ο Φόβος Του Θανάτου

Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου
Ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας·
Σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας
Που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του.

Γι’ αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων
Μ’ ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας,
Κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας
Άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων.

Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου,
Κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει
Όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει,

Είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση
Πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου
Ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει.

Αντίκλητος Της Λύπης Των Αιθέρων

Στον ουρανό δεν έζησα ποτέ μου
Κι όμως θυμούμαι κι εύχομαι το φως του
Τις νύχτες όταν δέομαι του αγνώστου
Θεού σε μια ζωή μεσοπολέμου.

Μονάκριβος δεν είμαι, δεν πιστεύω
Πως πύκνωσε ο κόσμος για να ζήσω
Για μια στιγμή θα στάθηκε πιο πίσω
Ο θάνατος και μ' άφησε ν' ανέβω.

Ίσως η μοίρα φρόντισε να μείνω
Αντίκλητος της λύπης των αιθέρων
Για να τελώ των σκοτεινών εταίρων
Τη μνήμη και τη δόξα τους να κλίνω.

Με Δόσεις

Κρυώνουμε, πατέρες, μας σαρώνουν
Διατάγματα θανάτου· τις αργίες
Τα σώματα πονούν και ζευγαρώνουν·
Σε γάμους, σε βαφτίσια, σε κηδείες,
Φοβόμαστε και μας κατευοδώνουν
Στις παγερές του σύμπαντος βεγγέρες
Κυρίες των δυνάμεων, μητέρες.

Στηρίχτηκεν η κλίμακα στη γη μου
Μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
Κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μου
Ο αγώνας των αγγέλων, που απ' τα βάθη
Μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μου·
Κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
Των ουρανών στην άδεια πολιτεία

Και σκέπασε τις μέρες μου σαν φάσμα
Η λύπη σας, πατέρες, κι η σοφία,
Μα κράτησα για μια στιγμή στο χάσμα
Του κόσμου που αποσύρθηκε με βία
Μια δόξα που λαμπάδιασε σαν άσμα:
Θεέ, με δόσεις παίρνε με μαζί σου
Στο φως του τεχνητού σου παραδείσου.

Καλλυντικό Ψυχής

Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει
Βροχούλα, της ψυχής καλλυντικό.

Ο Ουρανός

Στον ουρανό θα χάθηκαν τα χρόνια,
Πατημασιές θηράματος στα χιόνια
Εκεί θα προσμετρήθηκαν οι μέρες,
Για μια παρτίδα φως με τους αιθέρες.

Ο ουρανός θησαύριζε τις νύχτες
Τοκίζοντας τους μαύρους ωροδείχτες
Και ρήμαζε τη χώρα των ονείρων
Με τάγματα αγγέλων και μαρτύρων.

Στον ουρανό πληρώνουμε το νοίκι
Για μια ζωή που μόλις μας ανήκει
Και λίγο λίγο δίνουμε το σώμα
Στον ουρανό, εικόνα, και στο χώμα.

Εκεί τα βράδια κάνουν περιπάτους
Των φίλων οι σκιές με τα καλά τους
Κι από ψηλά κοιτάζουνε την πόλη
Ηλεκτρικό, τις νύχτες, περιβόλι.

Στον ουρανό γυρίζουμε τα μάτια
Για κάποια παιδικά μας μονοπάτια
Κι αθροίζουμε πιο αίθριοι στο φως του
Σκοτάδια, προμηνύματα του αγνώστου.

Στο λίγο που μας δόθηκε εδώ κάτω
Να καρτερούμε φως καλοσυνάτο,
Μας ψηλαφεί τ' αδιάφορό του ύφος
Το σώμα, την ψυχή, σαν τοκογλύφος.

Στον ουρανό, θα λέμε, πήγες, Χρήστο
Να ζήσεις εν κρυπτώ και παραβύστω
Μα το πρωί εκείνο στου Ζωγράφου
Στην παγωνιά σωπαίναμε του τάφου.

Ερωτική Εξίσωση

Ο έρωτας, λοιπόν, μας εξισώνει
Απόλυτα, σαν να 'μαστε φαντάροι,
Μονάχα προς τα πάνω, προς τη χάρη
Του κόσμου που δεν πλάστηκε με σκόνη.