Showing posts with label Γιάννης Σκαρίμπας. Show all posts
Showing posts with label Γιάννης Σκαρίμπας. Show all posts

Χορός Συρτός

Κάλλιο χορευταράς να 'μουνα πέρι,
Κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια,
Θα 'σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι,
Μ' όλα μας του γιαλού τα καραβάκια.

Κι έν' αψηλό τραγούδι για σιρόκους
Θ' άρχιζα, γι' αφροπούλια και για ένα
Γλαρό καράβι με πανιά και κόντρα φλόκους
Που θα' ρχονταν να μ' έπαιρνε και μένα.

Με δίχως τους αναστεναγμούς της Πολυδούρη
Μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι,
Κι οι πένες μου πενιές σ' ένα σαντούρι,
Άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!

Γιαλό-γιαλό να φεύγουμε και άντε!
Να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια,
Κι εκεί λες κομφετί μες στο λεβάντε
Όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!

Comedie Del Arte

Στο κατάφωτο - τι ωραία - πανί μας,
Να προβαίνουμε, Καραγκιόζη μου, αχ! Τι;
Αχ! Τι μέθη, ως κρυφά θα κινεί μας
Να πηγαίνουμε - η ζωή - πηδηχτοί!

Μορφονιός συ, μα με σκύλινα μούτρα
Χατζαντζάρης, πίσω σου, εγώ - κατηφές
Μια πεντάρα να 'χεις - μάτι - στην κούτρα
Και των ρούχων μας να φωτάν οι ραφές.

Και τραγούδι συ να σκας - τι παιάνας!
"Έβγα! Έβγα να με δεις μια σταλιά!"
Κι οι φλογίτσες ν' ακοντίζουν της πάνας
Σαν που - φλόγινα - θα πετάξουν πουλιά.

Και ως Βοϊδάγγελοι θα πατάμε, να τρίζουν
Οι χαρτένιες μας φιγούρες και να ν'
Λες των ξύλων μας οι σκιές θα γυρίζουν,
Σαν κεραίες που το κενό ερευνάν.

Τότε, ω τότε - απ' το Σεράι, στο βάθος,
Στη σιγή θα προβεί της νυχτός
Η Φατμέ, τσοκ Χανούμ, και - τι λάθος!
Θα ν' το μάτι της κολλημένο, κι αχ! Τι,

Τι γλυκά, με το μάτι της, τόνα,
Και φωνίτσα αντρικιά και ψιλή
- Χαρτονένια, αγαπησιάρια, κοκώνα -
Για τα αινίγματα κειδά να μιλεί!

Αχ! Τι να 'ναι; Καραγκιόζη μου: "Εισήλθον
Εις την πόλιν - να ρωτάς μας - λησταί,
Οι δε κάτοικοι (μα ποιοι κάτοικοι;) εξήλθον
Απ' τις τρύπες!" (μα ποιες τρύπες;) Χριστέ!

Και ποια πόλις; Τη φαντάστης σε χνάρια
Πα στην πάνα καρφιτσωμένη, ριγή,
Απ' τα όπισθεν να τη φέγγουν λυχνάρια
Και στου άνεμου τις πνοές να λυγεί;

Και οι κάτοικοι; Κρεμασμένοι - ω τι θάμα!
Σ' ένα σπάγγο, προυμισμένοι, ριχτοί,
Χαύνοι κι άναυδοι να λικνίζονται αντάμα
Κι όλοι - επίπεδοι - να μυρίζουν χαρτί;

Και το αίνιγμα; Μη δηλοί το βελόνι
Που καρφώσαντας σε μια φέτα ψωμί,
Σαν την πλάνη βγήκε κει στο μπαλκόνι
Και στο πέταξε να ραφτείς; Ε; Ή μη -

-Αχ- η άνοιξη να μην είναι πιο λούρα
Στ 'να χέρι της υψώντας τρελά,
Μια λουλούδινη κυλώντας τσουλούρα,
Έρχετ' άδοντας τραλαλά - τραλαλά;

Ω αυτό θα 'αι!... Και δε θα 'ναι! Κουνά μας
Πίσω ο παίχτης - κι όπως τόπε: Ληστές
Είν' οι έρωτες που εισήλθον και να - μας
Οι καρδιές μας στο σπαθί περαστές,

Και όλους - πόλη και πολίτες και κλέφτες
(Στα ξυλάκια μας καρφωμένους φριχτά)
Αχ! τις οίδε της ζωής ποιοι καθρέφτες
Καθρεφτίζουν μας - της αγάπης σφαχτά...

Η μελοποίηση από τον Σαράντη Κασσάρα

Στάδιον Δόξης

Ως ανύποπτος κάθομαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
Οι ήρωές μου κι οι στίχοι μου — φιόρα μου όλα πλατύφυλλα —
Κάθε μια της ζωής μου ήταν — κει — στραβομάρα,
Κάθε γκάφα μου ή τύφλα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη
(Με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
Όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
Κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
Όπου συ μες στα φάλτσα σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Να τα έργα σου, οι πόθοι σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
Να και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
Μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στο 'να πόδι να στέκει.
Ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
Όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
Εαυτούληδων (τούτοι μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
Μεταξύ τους — για ρόλους των — κάθε μια μου αηδία,
Κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
Να μ' αυτούς τους παλιάτσους μου θα κινήσω στις πόλεις
Με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα μου γελαστή θα προβαίνει
(Αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα μου! — σ' ουρανούς θα με σύρει)
Η Χαλκίδα εκεί πισω μου θα φαντάζει χτισμένη
Σαν από τεμπεσίρι...

Πιερότε, Ζήσε

Είχα πει για πόλη με σπασμένους δρόμους
Και για που να φύσαε – τάχα – είπα ο Νότος,
Ναι, για – τάχα – νάμουν (με γκραν φλου στους ώμους)
ένας λυπημένος Πιερότος.

Και πως τάχα η πόλη (ω, τι χρόνια εκείνα!)
Νάταν η Χαλκίδα στα γητέματά της
– μια κι αυτή θλιμμένη – τάχα – κολομπίνα
Και να κλαίω εγώ στα γόνατά της...

...................................................................

Μα – τι θάμα πάλι! – δίχως κολομπίνα
(Ούτε αυτή θλιμμένη), ούτε 'γω κλαμένος!
Ω – του νου – πετώντας δω τη σερπαντίνα
Τώρα εγώ γελάω ο γελασμένος...

Σκέφτομαι πως θάμα είσαι έτσι όπως είσαι
Με καπέλο κλόουν, ω Χαλκίδα – ως τότε –
Να μου λες κλαμένη: Πιερότε, ζήσε
Ζήσε – μην πεθαίνεις – Πιερότε...

Η μελοποίηση από τον Σαράντη Κασσάρα, τραγουδά η Ρένα Βελισσαρίου

Χαλκίδα

Νάν' σπασμένοι οι δρόμοι, να φυσάει ο νότος
Κι εγώ καταμονάχος, μονάχος, και να λέω: τι πόλη!
Να μην ξέρω αν είμαι – μέσα στην ασβόλη –
Ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε – είπα – ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
Ω Χαλκίδα – πόλη (έλεγα) και φέτος
Ήμουν – στ' όνειρό μου είδα – ήμουν Περικλέτος,
Πάλι Περικλέτος ήμουν – είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
Πάν' σε ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα – αναγλυμένοι – ως ψάρια
Τα όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τα γητέματά σου
Κι είμαι ακόμα ωραίος, ωραίος σαν το Μάη μήνα,
Κρίμα, λέω, θλιμμένη να 'σαι κολομπίνα
Και να κλαίω εγώ στα γόνατά σου.

Έτσι να 'ν' σπασμένοι, να φυσά απ' το νότο
Και με πίλο κλόουν να γελάς, Χαλκίδα:
Αχ, νεκρόν στο χώμα – να φωνάζεις – είδα
Έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

Η μελοποίηση από τον Σαράντη Κασσάρα, τραγουδά η Ρένα Βελισσαρίου